βέβηλος

βέβηλος
Grammatical information: adj.
Meaning: `allowable to be trodden, profane, permitted' (Trag.)
Dialectal forms: Dor. βέβᾱλος, Cyrene βάβαλος.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Like βέβαιος connected with the perfect βέβη-κα, but the formation is not quite clear (improbable Schwyzer IF 45, 252ff.). Also Cyren. βάβαλος is problematic. Cf. Kretschmer Glotta 18, 235.
Page in Frisk: 1,230-231

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βέβηλος — allowable to be trodden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέβηλος — η, ο (AM βέβηλος, ον) 1. ασεβής, άπιστος 2. μιαρός, ανίερος 3. ανέντιμος, ανήθικος αρχ. μσν. αυτός που δεν έχει καθαρθεί, αμύητος σε μυστηριακή λατρεία μσν. (για φαγητό) ακάθαρτος, απαγορευμένος, εφ όσον προέρχεται από ειδωλολατρική θυσία αρχ. 1 …   Dictionary of Greek

  • βέβηλος — [взвилос] ас. оскверняющий, кощунственный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βέβηλος — η, ο 1. ανίερος, ασεβής: Βέβηλοι κατέστρεψαν το παμπάλαιο τέμπλο του ναού. 2. μτφ., αυτός που συμπεριφέρεται με τρόπο προσβλητικό σε χώρους στους οποίους δεν ανήκει: Η λογοτεχνική βραδιά καταστράφηκε από μερικούς βέβηλους που θορυβούσαν συνεχώς.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βεβηλότερον — βέβηλος allowable to be trodden adverbial comp βέβηλος allowable to be trodden masc acc comp sg βέβηλος allowable to be trodden neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβηλοτέρων — βέβηλος allowable to be trodden fem gen comp pl βέβηλος allowable to be trodden masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβήλως — βέβηλος allowable to be trodden adverbial βέβηλος allowable to be trodden masc/fem acc pl (doric) βεβηλόω profane imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέβηλον — βέβηλος allowable to be trodden masc/fem acc sg βέβηλος allowable to be trodden neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβηλότερος — βέβηλος allowable to be trodden masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβήλοις — βέβηλος allowable to be trodden masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβήλοισι — βέβηλος allowable to be trodden masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.